Featured image for The Red Thread | Η Κόκκινη Κλωστή

The Red Thread | Η Κόκκινη Κλωστή

Original text in Lightspeed Magazine

Αρχικό κείμενο στο Lightspeed Magazine

ΣΟΦΙΑ ΣΑΜΑΤΑΡ

Mετάφραση: ΚΩΣΤΑΣ ΙΩΑΝΝΟΥ

Αγαπητέ Φόξ.

Έι… Είμαι η Σάρα. Επικοινωνώ από το κέντρο Μ691, Μπλακ Χοκ, Νότια Ντακότα. Είναι νύχτα και τα φώτα στο κέντρο είναι αναμμένα. Κάνει κουμάντο ένας λευκός γέρος με ένα χείλος που κρέμεται - μιλάει με την Μαμά μου στον υπολογιστή. Η μαμά είναι καλά. Σπάνια σε αναφέρουμε από την στιγμή που αφήσαμε την παλιά μας ομάδα στην κοιλάδα, μερικές εβδομάδες αφ’ ότου εξαφανίστηκες. Ανέφερε το όνομά σου μία φορά, όταν βρήκα μία από τις παλιές σου πλάκες γεμάτη εξισώσεις. “Λοιπόν”, είπε. “Αυτή ήταν του Φοξ.”

Μία φορά - δεν νομίζω να στο έχω πει - χάσαμε μερικά πράγματα πάνω σε μία γέφυρα. Ήταν πίσω στην Καλιφάρνια, πριν σε συναντήσουμε. Ο αέρας ήταν τόσο δυνατός εκείνη την ημέρα, που κάναμε την χαζομάρα να την διασχίσουμε. Χάσαμε ένα κουτί του πατέρα μου, κυρίως βιβλία, και η Μαμά είπε: “Ορίστε. Πάει.”

Όπως είπα, ο αέρας ήταν δυνατός. Μάλλον νομίζει ότι δεν άκουσα.

Νομίζω ότι με κοιτάζει. Είναι δύσκολο να το καταλάβω μέσα από το τζάμι, είναι γεμάτο γρατσουνιές και λεκέδες από νεκρά έντομα. Νομίζω ότι πρέπει να πηγαίνω. Πάμε βόρεια - ναι, κατευθείαν στην καρδιά του χειμώνα. Ήταν ιδέα της Μαμάς.

Ακόμη έχω το βραχιόλι που μου έδωσες. Μου κοκκινίζει τoν καρπό.


Αγαπητέ Φόξ.

Έι… είμαι η Σάρα. Είμαι στο κέντρο Μ718, Μπιγκ Μπότομ, Νότια Ντακότα. Αυτό είναι πραγματικά το όνομα. Δεν υπάρχει τίποτα εδώ παρά ένα ετοιμόρροπο σπίτι, με ένα γιγαντιαίο υπόγειο. Έχουν μία αυτοσχέδια κεραία, και είπα να επικοινωνήσω πάλι.

Πήρες το μήνυμά μου;

Είμαστε στριμωγμένοι εδώ. Αισθάνομαι σαν κάποιος να είναι έτοιμος να κρυφοκοιτάξει πάνω από τον ώμο μου.

Τέλος πάντων, το υπόγειο είναι όμορφο, γεμάτο με δρύινες αψίδες. Είναι ζεστά και έχουμε και αυτά τα χαμηλά κόκκινα φώτα, σαν τον ουρανό της ερήμου μερικές φορές, και υπάρχει και καλός κόσμος, όπως μερικές ηλικιωμένες κυρίες που μιλάνε στη Μαμά. Μία από αυτές έχει τα μαλλιά της πάνω και πολλά ξερά κλαδάκια έχουν κολλήσει μέσα τους. Με αποκαλεί Κοτόπουλου. Είναι ντροπιαστικό, αλλά δεν με νοιάζει και πολύ. Έχουν έναν φούρνο και μας έδωσαν αυτές τις στοίβες από ζεστό ψωμί διπλωμένο σαν πανί. Είσαι ΟΚ; Απλά σκέφτομαι, ξέρεις, εάν τρως καλά.

Μπιγκ Μπότομ. Δεν θα το ξεχάσεις. Είναι δίπλα σε δάσος.

Μην πας μέσα στο δάσος εάν περάσεις από εδώ. Υπάρχει ζώνη απομόνωσης εκεί. Ακούσαμε ακόμη και πυροβολισμό όταν περνούσαμε από εκεί. Η Μαμά έσφιξε τους ώμους “Ας πάμε πιο γρήγορα.” Όταν φτάσαμε στο Μπιγκ Μπότομ, στην πράξη έτρεχα και η καρέκλα της Μαμάς έτριζε λες και θα διαλύονταν. Κάνει τόσο κρύο πλέον, που η ανάσα μου άσπρισε. Τρέξαμε προς τα πάνω στην πλαγιά ενός κάτι σαν λόφος και αυτή η κυρία στέκονταν έξω από το σπίτι και κουνούσε ένα μαντίλι.

Μας πήγε κάτω στο υπόγειο που ήταν όλοι. Ο φούρνος έλαμπε από την ζέστη και μερικοί έπαιζαν κιθάρες. Η κυρία μου έκανε μία μεγάλη αγκαλιά, μύριζε ξινίλα. “Ω! Κοτόπουλο,” είπε.

Ω! Φοξ, μου λείπεις.

Ακόμη πηγαίνουμε βόρεια.

Στείλε μου.


Αγαπητέ Φόξ.

Έι… Είμαι η Σάρα. Αν λαμβάνεις αυτά τα μηνύματα, πες μου εάν έφυγες εξ’ αιτίας μου. Συνεχώς θυμάμαι εκείνη τη νύχτα στο φαράγγι, όταν καθίσαμε σ’ εκείνο το κρύο, ζαλιστικό χείλος του γκρεμού τυλιγμένοι στην κουβέρτα σου. Τύλιξες μία μακριά κόκκινη κλωστή γύρω από τον καρπό μου. Έκοψα ένα κομμάτι από το μωρουδίστικο πάπλωμα μου για εσένα, ένα κομμάτι από πράσινο ύφασμα, σαν το Μίλκι Γουέι. Είπες ότι ήταν σαν το Μίλκυ Γουέι. Τα αστέρια έπεφταν λες και ο ουρανός προσπαθούσε να αδειάσει απ’ αυτά, και όταν έγειρες πάνω μου, άδειασα τον εαυτό μου μέσα σου. Μήπως ξέφυγες εξ’ αιτίας του καβγά που είχαμε μετά, όταν είπα ότι η οικογένειά μου ανήκει σ΄ αυτή την χώρα, ανήκουμε τόσο όσο και εσύ; “Μη γίνεσαι ρεζίλι,” είπες. Αργότερα είπα, “Κοίτα, το γρασίδι έχει ακριβώς το ίδιο χρώμα με τα μάτια της Μαμάς.” Μου είπες ότι το γρασίδι έχει το χρώμα της πανούκλας.

Ήσουν ο αγαπημένος της, ξέρεις. Ο εξυπνότερος. Ο μαθητής που πάντα ήθελε. “Έξυπνο-Φοξ” σε αποκαλούσε, όταν δεν ήσουν μπροστά.

Λοιπόν. Είμαστε ακόμη στο Μπιγκ Μπότομ. Η Μαμά θέλει να τους βγάλει όλους από εδώ. Πιστεύει πως βρίσκονται πολύ κοντά στη ζώνη απομόνωσης. Κάθε βράδυ τους δασκαλεύει, αλλά ο κόσμος φέρνει αντιρρήσεις, κυρίως επειδή έχουν πολύ φαγητό εδώ. Καλλιεργούν και πακετάρουν φρούτα από την άλλη άκρη του δάσους. Η κυρία που με αποκαλεί “Κοτόπουλο”, φαίνεται είναι η μαμά. Ανοίγει κάθε βράδυ ένα βάζο μ’ ένα απαλό ήχο “ποπ”. Το περνάει τριγύρω μαζί με ένα κουτάλι και μέσα έχει παχύρρευστη κομπόστα με φυτική ζάχαρη. Είναι και ένας τύπος, που κάθε φόρα που δαγκώνει μια χαψιά λέει “Αμήν”.

Με συγχωρείς, ελπίζω να μην είσαι πεινασμένος.

Τέλος πάντων, καταλαβαίνεις γιατί όλος ο κόσμος θέλει να μείνει στο Μπιγκ Μπότομ και δεν θέλει να προσπαθήσει να μετακινήσει όλα αυτά τα πράγματα αλλού, τα οποία έχουν σιτηρά και σπόρους που ζυγίζουν περισσότερο από εμένα. “Έχουμε ξαναβγάλει χειμώνα εδώ,” είπε η κυρία Κοτόπουλο. “Έχουμε τον φούρνο. Μείνετε μαζί μας! Δεν θέλεις να πας βόρεια, και έχεις και το παιδί,” κλπ.

Όλοι κουνούσαν το κεφάλι συγκαταβατικά και μπορούσες να δεις τον πόνο στο πρόσωπο της Μαμάς. Δεν της αρέσει να έχει άδικο. Εξέφρασε τον καλύτερο λόγο που είχε. “Αργά ή γρήγορα θα σας έρθουν,” είπε. “Είστε πολύ κοντά. Έχετε και παιδιά.” Είπε ότι είναι θαύμα που οι τύποι της απομόνωσης δεν τους έχουν επιτεθεί ήδη, μ’ όλο αυτό το φαγητό. Τότε όλοι σώπασαν, και η κυρία Κοτόπουλο κοιτούσε τριγύρω κάπως προειδοποιητικά, τα μάτια της να γυαλίζουν, και η Μαμά είπε, “Όχι.” Και ο τύπος που λέει “Αμήν” όταν τρώει κομπόστα, της είπε ότι ήδη τους έχουν επιτεθεί μερικές φορές.

Η Μαμά κάλυψε το πρόσωπό της.

“Είμαστε καλά,” είπε ο Αμήν τύπος. Μπορούσες να καταλάβεις ότι αισθανόταν άσχημα γι’ αυτό.

Αργότερα κάθισα στη γωνία με τα άλλα παιδιά, και ρώτησα για τις επιθέσεις και ένα απ’ αυτά, ένα αγόρι περίπου στην ηλικία μου, σήκωσε το μανίκι του και ο καρπός του είχε έναν επίδεσμο πάνω του. Δεν τον πυροβόλησαν ή κάτι τέτοιο, αλλά το στραμπούλιξε όταν χτύπησε κάποιον. Με λοστό.

Όταν η Μαμά πήρε τα χέρια από το πρόσωπό της, είπε: “Δεν είναι αυτό ζωή.” Είπε: ” Αυτό δεν είναι το Κίνημα.” Είπε ότι το να μένεις και να υπερασπίζεσαι είναι ο παλιός τρόπος, όχι ο νέος, και η κυρία Κοτόπουλο είπε: “Γλυκιά μου, το ξέρουμε.”

Μετά απ’ όταν είδα το παιδί με τους επίδεσμους, βοήθησα τη Μαμά με την τουαλέτα και ξαπλώσαμε και οι δυο μας με κουβέρτες. “Πρέπει να φύγουμε από εδώ,” μουρμούρισε.

“ΟΚ,” είπα.

“Καταλαβαίνεις, το γιατί;” είπε. “Επειδή ποτέ δεν στεκόμαστε. Μετακινούμαστε.”

“Ναι,” είπα. Σίγουρα, Μαμά, σκέφτηκα. Μετακινούμαστε.

Μετακινούμαστε όποτε και όπου θέλεις, Μαμά. Πλεύσαμε εμπρός και πίσω στον ωκεανό. Κοιμηθήκαμε στα εναέρια κρεβάτια του Γιάμπιο και τα βαρκόσπιτα του Κισμάαγιο. Και τώρα αποφασίσαμε να πάμε Βόρεια Ντακότα, που ξεκινάει ο χειμώνας, μέσα από περιοχή γεμάτη με ζώνες απομόνωσης, αφήνοντας όλους τους φίλους πίσω μας. Ήμουν σε μία τόσο καλή ομάδα καλλιτεχνίας στην κοιλάδα - το είδες το τελευταίο μας έργο, Φοξ. Μία λεπτή γραμμή που ενώνει τις κορυφές είκοσι δέντρων. Καλώδιο και ίνες μπλεγμένα με βυσσινί πλαστικό, με φτερά καρδινάλιου, που σχηματίζουν ένα συνεχές μονοπάτι, μία χειρονομία πάνω από τη γη. Είπες ότι σου θύμιζε τα ραδιοκύματα κάποιου μηνύματος. Το ονομάσαμε “Η Κόκκινη Κλωστή.” Μάλλον δεν θα την ξαναδώ.

Έχει τόσο χαμηλό φως εδώ, αλλά δεν μπορούσε να μαλακώσει το χαμόγελο της Μαμάς όταν είδε να κλαίω. “Δεν ξέρεις πόσο τυχερή είσαι,” είπε.


Αγαπητέ Φόξ,

Έι… Είμαι η Σάρα. Είμαι στο κέντρο Μ738. Κάπου στη Βόρεια Ντακότα. Το κέντρο είναι μια παλαιά εκκλησία. Το βράδυ μας ταΐζουν πίκλες και παντζαρόσουπα πάνω σε πλαστικά τραπεζομάντιλα που τα στερεώνει προσεκτικά στα μακρόστενα τραπέζια ένας γέρος.

Τοποθετούν όμορφα κεριά φτιαγμένα από λιωμένες κυρομπογιές πάνω σ’ όλα τα περβάζια των παραθύρων. Για τους ταξιδιώτες. Για τους ξένους. Για να βρίσκουν το δρόμο τους τη νύχτα. “Εάν ξέραμε,” λέει η Μαμά, “εάν ξέραμε ότι τέτοια ζωή ήταν δυνατή, θα μπορούσαμε να την ζούμε , πολύ πριν.”

Υπάρχει ένας άντρας, με γκρίζο πρόσωπο και αμβλύ χαρακτηριστικά που διαφωνεί μαζί της. “Είσαι μία απ’ αυτούς της ανθρώπινης φύσης,” ειρωνεύτηκε απόψε. “Απ’ αυτούς που νομίζουν: ω, αποδείξαμε ότι ο κόσμος είναι καλός. Άσε να σου πω κάτι, φιλενάδα. Εάν δεν συνέβαινε η κρίση πετρελαίου και το κραχ, θα ζούσαμε ακριβώς όπως και πριν.”

Η Μαμά ένευσε καταφατικά. Ένα μικρό χαμογελάκι στο φως του κεριού. “Σίγουρα, φίλε,” είπε, διακριτικά τονίζοντας την λέξη.

“Και ένα άλλο πράγμα,” είπε ο άντρας με το αμβλύ πρόσωπο. “Αυτά τα παιδιά θα ήταν στο σχολείο.”

“Ή στον στρατό,” είπε η Μαμά με γλύκα.

Φυσικά τα παιδιά πηγαίνουν σχολείο, επειδή είναι εδώ η Μαμά. Όπου βρίσκουμε καταφύγιο, η διδασκαλία είναι ο τρόπος της να λέει ευχαριστώ. Μαζεύει όλα τα παιδιά και τους βάζει να χαράζουν το όνομά τους στο χώμα, τους εξετάζει στην προπαίδειά τους, τους μιλά για το Κίνημα. Πόσο πολύτιμο είναι να μπορείς να πας όπου θέλεις. Απλά το να απομακρύνεσαι από τους μπελάδες. Φτιάξε μία βάρκα και κωπηλάτησε ως την απέναντι πλευρά. Όταν ήταν μικρή, λέει, σπάνια μπορούσες να πας κάπου: σύνορα, σημεία ελέγχου, φυλακές, όλος ο κόσμος τεμαχισμένος, όλα να ανήκουν σε κάποιον. “Όλα εκτός από το φως,” λέει. “Όλα εκτός από την φωτιά.” Και εάν ήθελαν, μπορούσαν να σε κρατήσουν σ’ ένα σκοτεινό μέρος. Απόψε είπε στα παιδιά αυτό που ξέρω ήδη, ότι εκεί κατέληξε ο πατέρας μου, σ’ ένα σκοτεινό μέρος, τον άρπαξαν όταν πήγαινε στη δουλειά και έπειτα εξαφανίστηκε για πάντα. “Γιατί;” ρώτησε ένα παιδί. “Δεν ξέρω,” είπε η Μαμά. “Εξ’ αιτίας του ονόματός του; Επειδή νόμιζαν ότι δουλεύει για τρομοκράτες; Εκείνη την εποχή μπορεί να σε συλλάμβαναν για το οτιδήποτε.”

Συνήθως συνεχίζει από εδώ με την ιστορία του πως το Κίνημα κάποτε είχε άλλο όνομα, πως ο κόσμος το αποκαλούσε Αναδάσωση, πως τα μέσα μαζική ενημέρωσης αρχικά το παρουσίαζαν ως οικολογικό κίνημα, ο κόσμος να παρατάει τα αυτοκίνητά του στους αυτοκινητόδρομους, να περπατάει, άλλοι να τα τσουλάνε όπως αυτή. Τους λέει πως, στις απαρχές του κραχ, η Αναδάσωση ανακατεύτηκε με άλλα κινήματα, για ειρήνη, για δικαιοσύνη, για απλή ζωή. Χαμογελώντας πλατιά, δείχνοντας τα κενά στα δόντια της, χρησιμοποιεί την αγαπημένη της ατάκα: “Εκείνη την εποχή, όταν δούλευα σε ένα εργαστήριο, το ονομάζαμε εξελικτική σύγκλιση.”

Απόψε απλά σταμάτησε αφού μίλησε για τον μπαμπά. Το πρόσωπό της μαζεμένο, γέρικο. Και εγώ είπα: “Ακόμη μπορεί να τον βρούμε, Μαμά”, επειδή ποτέ δεν ξέρεις. Όταν ξεκίνησε το Κίνημα, μπορεί να σύρθηκε έξω από αυτό το σκοτεινό μέρος, όπως τόσοι άλλοι, σαν αυτούς που βρίσκεις στο δρόμο, χαρούμενοι, φορώντας ακόμη κομμάτια από τις παλιές στολές τους. Μία πορτοκαλί μπανάνα, ένα γκρίζο παλιόπανο δεμένο στο ένα μπράτσο. Τατουάζ με το όνομα της φυλακής τους, εκεί όπου κρατούνταν πριν ανοίξουν οι πόρτες, πριν από το Κίνημα. Μία φορά κάποτε ονειρεύτηκα τον μπαμπά μου να κατεβαίνει κάτι σκαλιά και να αγγίζει τα μαλλιά μου. “Ακόμη μπορεί να τον βρούμε”, είπα. Η Μαμά έκανε πως δεν με άκουσε.

Το βράδυ με ξύπνησε με το κλάμα της.

“Τι είναι Μαμά; Τι συμβαίνει;”

“Τίποτα, τίποτα,” μουρμούρισε. “Πέσε πάλι για ύπνο.”

Δεν μπορώ να ξανακοιμηθώ. Ξαπλωμένη εκεί, σε βλέπω να περπατάς δίπλα σ’ ένα ρυάκι. Φοράς το μαύρο σου πουκάμισο και το κεφάλι σου είναι σκυμμένο κάτω, μ’ αυτό το βλέμμα αυτοσυγκέντρωσης. Σκέφτομαι όταν σου απαρίθμησα τις γενεές της οικογένειας του μπαμπά μου, μετά του παππού μου, μετά του προπάππου μου, πίσω στο χρόνο. Σάρα, Σαϊντ, Μοχάμεντ, Μοχάμουντ, Ισμαήλ. Μπορώ να πω δέκα γεννεές. “Καταπληκτικό,” είπες. Η κουβέρτα σου γύρω μας και οι ανάσες μας το μόνο ζεστό πράγμα για μίλια τριγύρω μας.

“Είναι σαν χάρτης,” είπες, “αλλά δείχνει ανθρώπους αντί για μέρη.” Είπες ότι μοιάζει με το μέλλον, το να σκέφτεσαι έτσι.

“Ναι,” είπα. “Αλλά στον πόλεμο αλληλοσκοτώθηκαν για τις γενεαλογικές γραμμές της οικογένειας. Όπως συμβαίνει με οποιοδήποτε άλλο σύνορο.”

Το να ανήκεις, Φόξ. Κάνει κακό.


Φοξ, είμαι η Σάρα. Το ήξερες; Το ήξερες ότι η Μαμά ήταν άρρωστη; Το ήξερες και δεν μου είπες τίποτα; Το ήξερες και την παράτησες;

Τι άνθρωπος είσαι; Ήταν σα να με πλησίασε κάποιος και με χτύπησε στο στήθος με σφυρί. “Το είπα σ’ εκείνο το αγόρι,” μουρμούρισε στο σκοτεινό δωμάτιο. “Το είπα σ’ εκείνο το αγόρι.” Και κατάλαβα ποιον εννοούσε. Το κατάλαβα αμέσως. Είπε ότι λυπόταν. Δεν είχε σκοπό να σε διώξει.

Γι’ αυτό έφυγες; Επειδή ανακάλυψες ότι κάποιος που σε αγαπάει θα πεθάνει;

Δεν έχω δει τη Μαμά να δουλεύει με άλλο παιδί όπως δούλευε μ’ εσένα. Ο δυο σας να ξύνετε στις πέτρες ενώ οι υπόλοιποι χάναμε βελανίδια. Γονάτιζες στο χώμα δίπλα της και ακουμπούσες την πέτρινη πλάκα σου στο χέρι σου. Σκυμμένοι κοντά ο ένας στον άλλο, μιλούσατε για το πως θα κάνετε το Κίνημα να κρατήσει, πως θα συντηρούσατε το δίκτυο να τρέχει, πως να αντλήσετε μαλακά δύναμη από τον κόσμο, και έπειτα μου είπες ότι εσύ και εγώ ήμαστε πλασμένοι ο ένας για τον άλλο επειδή και οι δύο θέλαμε να χαράξουμε γραμμές στο έδαφος, οι δικές μου ορατές, οι δικές σου κωδικοποιημένες, αλλά η αλήθεια είναι ότι ήσουν τέλειος για τη Μαμά. Ήσουν τέλειος γι’ αυτή, Φοξ. “Έξυπνο-Φοξ,” σε αποκαλούσε. Και την παράτησες όταν πέθαινε.

Ξέρεις κάτι; Δεν μετανιώνω γι’ αυτό που είπα την ημέρα μετά την βραδιά που είμαστε στο φαράγγι. Δεν μετανιώνω που είπα ότι ανήκω εδώ όσο και εσύ. Άρπαξαν τον μπαμπά μου και πιθανώς τον σκότωσαν επειδή πίστευαν ότι δεν ανήκε εδώ, ένα μετανάστης από μία χώρα κατεστραμμένη από τον πόλεμο. Αλλά ο μπαμπάς μου τον ήξερε αυτόν τον τόπο, έζησε σε τριάντα πολιτείες πριν γνωρίσει την μαμά μου, την εποχή που το πετρέλαιο επέτρεπε στα φορτηγά να ταξιδεύουν από την μία ακτή στην άλλη. Άφησε τα αποτυπώματά του σε εκατοντάδες βενζινο-αντλίες, τρίχες από την γενειάδα του σε νιπτήρες ξενοδοχείων, τα κόκαλα σε κάποια ξεχασμένη κυβερνητική τρύπα. Και η Μαμά επίσης ανήκει εδώ, αν και κλαίει, αν μπορείς να το πιστέψεις, η μαμά μου, που είναι άνθρωπος που τον κοιτάς και μπορείς να ορκιστείς ότι ποτέ δεν έχει χύσει δάκρυ στη ζωή της, κλαίει επειδή μεγάλωσε στο σπίτι που ζούμε τώρα, μια παλιά αγροικία παστωμένη με φασαριόζικες οικογένειες - εδώ γεννήθηκε. Κλαίει επειδή ήθελε να έρθει εδώ πριν πεθάνει. Γι’ αυτό είναι εδώ. Πιστεύει ότι προδίδει το Κίνημα με το να κολλάει σ’ ένα μέρος. Ξαπλώνει στο κρεβάτι στο δωμάτιο που βρήκαμε μία σελίδα από την παλιά της Βίβλο κάτω από την συρταριέρα και κλαίει με το σχήμα του δέντρου τσόκερι έξω από το παράθυρο. Τόσο πολύ αγαπάει η μητέρα μου το Κίνημα που άλλαξε τον κόσμο, το κίνημα για το οποίο δούλεψε για χρόνια, πριν γεννηθούμε, χάνοντας την δουλειά της και τα δόντια της. Το αγαπάει τόσο πολύ που θα πεθάνει μισώντας τον εαυτό της.

Έκοψα και έβγαλα το βραχιόλι σου.

Άρχισε να χιονίζει. Πρέπει να φύγω. Αντίο.


Αγαπητέ Φοξ.

Έϊ. Είμαι η Σάρα. Πρέπει να είναι έξι μήνες από την τελευταία επικοινωνία. Βλέπω ότι ποτέ δεν μου απάντησες.

Σήμερα έφυγα από την αγροικία. Καθάρισα το δωμάτιο της Μαμάς, το δωμάτιο που κοιμόταν παιδί, το δωμάτιο που πέθανε. Παλιά νύχια κάτω από το κρεβάτι, σαν σπόροι.

Υπάρχουν άνθρωποι σ’ αυτό το σπίτι. Αυτούς που η Μαμά αποκαλούσε “απλοί άνθρωποι” ή, μία από τις πιο αστείες φράσεις της, “οι περισσότεροι από εμάς.” Της έδωσαν κάποια βότανα και αυτό της έκανε ευκολότερο το τέλος. Ένα βράδυ είπε: “Ω Σάρα. Είμαι τόσο χαρούμενη.”

Γέλασε λίγο και κούνησε τα χέρια της στον αέρα, πάνω από το πρόσωπό της. Κουνιόντουσαν μ’ ένα παράξενο, κυματιστό τρόπο, σαν φυτά μέσα στο νερό. “Κοίτα,” είπε, “είναι το Κίνημα.” “ΟΚ Μαμά,” είπα, και προσπάθησα να κατεβάσω τα χέρια της στα πλευρά της, να την ακινητοποιήσω. Ξέφυγε από την λαβή, με εντυπωσιακή δύναμη. “Κοίτα,” ψιθύρισε, τα χέρια της να κυματίζουν. “Βλέπεις πως δουλεύει; Υπάρχει βία και αγριότητα εδώ, και όλοι κάνουν στην άκρη. Όλοι αποσύρονται από την ζώνη απομόνωσης ώσπου συρρικνώνεται. Ένα είδος αποφυγής. Οι άνθρωποί μας το κατάλαβαν αυτό.”

“Οι άνθρωποί μας;”

Έριξε ένα ακόμη μικρό γέλιο, σαν κρυφό, σαν ντροπαλό. Είπε ότι μεγάλωσε πηγαίνοντας σε μια κοινή ξύλινη εκκλησία, μία εκκλησία που πίστευε στην ειρήνη, όπου τραγουδούσαν αλλά δεν έπαιζαν όργανο, που οι γυναίκες κάλυπταν τα μαλλιά τους με μικρά λευκά καπέλα. Είπα ότι συναντήσαμε τέτοιο κόσμο πίσω στην Καλιφόρνια. “Είχαν τις πιπεριές, Μαμά, θυμάσαι;” “Φυσικά,” είπε βαριανασαίνοντας. “Οι κόκκινες πιπεριές.” Η ανάμνηση φαίνεται της έφερνε τέτοια ευχαρίστηση. Είπε ότι άφησε την παλιά της εκκλησία, την παλιά της φάρμα, αλλά τώρα μπορούσε να δει την παιδική της ηλικία στην μορφή του Κινήματος. “Δεν είναι η απομόνωση ένα είδος αποφυγής;” είπε χαμηλόφωνα. “Αυτό κάνουμε στο Κίνημα. Προχωράμε μακριά από την βία. Μέρος που το έχει καταστρέψει η βία είναι φυλακή. Σε όλους αξίζει να φύγουν από εκεί. Το Κίνημα ανοίγει τις πόρτες.”

Φαινόταν τόσο μικρή στο κρεβάτι, στο φως του χλωμού ροζ ουρανού στο παράθυρο. Το κάνει αυτό στις φεγγαρόφωτες νύχτες, στο χιόνι. Ένας ουρανός σαν χαλαζίας.

“Το μωρουδίστικο κουβερλί,” είπε, “το έχεις ακόμη;”

Το έβγαλα. Ένα τετράγωνο έλειπε, ένα πράσινο. “Η γιαγιά σου το έφτιαξε αυτό,” είπε.

Αναρωτιέμαι αν το έχεις ακόμη, Φοξ. Αυτό το πράσινο τετράγωνο. Το Μίλκυ Γουέι.

Αργότερα, δεν ήξερα αν με αναγνώριζε, αλλά ρώτησε: “Από που είσαι;” Και είπα “Από εδώ.” Επειδή ‘εδώ’ σημαίνει αυτό το σπίτι, και αυτόν τον πλανήτης. Σημαίνει δίπλα σου.

“Είσαι άγγελος;” με ρώτησε.

“Ναι,” είπα.


Αγαπητέ Φόξ.

Έι. Είμαι η Σάρα. Το χιόνι λιώνει. Οι χήνες επέστρεψαν.

Όταν φεύγω από κάπου, αφήνω και μήνυμα για σένα. Πλέον, είναι σαν να μιλάω στον εαυτό μου. Αφήνω μηνύματα σαν να αφήνω τρίχες που έχουν πέσει, ή κομμένα νύχια. Τα χνάρια μου σ’ όλη τη χώρα.

Κίνηση. Εμπρος και πίσω. Οι δυο μας καθόμαστε τυλιγμένοι στην κουβέρτα σου, και αναπνέουμε ομίχλη με φόντο μια βροχή από πεφταστέρια. Σήμερα σκέφτομαι τον ενθουσιασμό σου όταν σου απαρίθμησα τα ονόματα των προγόνων μου, πως είπες ότι έμοιαζε με το μέλλον, και πως σε έκοψα απότομα. “Ήταν πόλεμος,” είπα. “Αυτές οι γενεαλογικές γραμμές έγιναν πρώτες γραμμές.” Σαν ο ενθουσιασμός σου να ήταν αβάσταχτος. Σκέφτομαι τον καβγά που κάναμε μετά, και πως είπες: “Μη γίνεται ρεζίλι.” Μήπως εννοούσες ότι ποτέ δεν θα ανήκα; Ίσως εννοούσες: “Μην με κάνεις σύμβολο.” Είναι δυνατόν να είμαι αντάξια του Κινήματος; Της μαμάς μου; Του μπαμπά μου; Απλά περπατάω, Φοξ, συναντώ κόσμο, ψάχνω καταφύγιο, αποφεύγω την απομόνωση. Κάνω τέχνη με τα παιδιά από ευγνωμοσύνη. Σκέφτομαι την Μαμά όλη την ώρα. Όλη την ώρα. “Είσαι άγγελος;” Τα τελευταία της λόγια.

Την επόμενη νύχτα αφού κοιμήθηκα στην σπηλιά μαζί σου, ξύπνησα αγκαλιασμένη από το φως. Το χέρι μου έμοιαζε μουλιασμένο από το αίμα, αλλά ήταν απλά χώμα από το έδαφος.

Ακόμη έχω το βραχιόλι που μου έδωσες. Το κουβαλάω στην τσέπη μου. Ακόμη έχω την κοκκινίλα στον καρπό μου, σαν κάποιος να με έχει αρπάξει.


Αγαπητέ Φοξ.

Έι, είμαι η Σάρα. Μερικές φορές απλά νιώθω ότι πρέπει να σου αφήσω έστω το όνομά μου. Ένα μόνο νήμα.


Αγαπητέ Φοξ.

Έι. Είμαι η Σάρα.


Αγαπητέ Φοξ.

Έι. Είμαι η Σάρα.


Αγαπητέ Φοξ.

Έι. Είμαι η Σάρα. Πήρα το μήνυμά σου.