
Day of the Builders | Ημέρα των Χτιστών
Original text in Weird Fiction Review
Αρχικό κείμενο στο Weird Fiction Review
KRISTIN ONG MUSLIM
Mετάφραση: ΚΩΣΤΑΣ ΙΩΑΝΝΟΥ
Αυτό συνέβη πολύ πριν τα αρχικά σημάδια της αρρώστιας των ξένων εξαπλωθούν στο χωριό μου. Θα πρέπει πλέον να καταλαβαίνετε ότι ο λαός μου ήταν εύκολο θύμα επειδή οι περισσότεροι από εμάς είμαστε ευκολόπιστοι, άπληστοι για πολυτέλειες, και εύκολα τραβάνε την προσοχή μας νέα πράγματα ή οποιοδήποτε δείγμα επιδεξιότητας.
Επειδή ήμουν η μόνη στο χωριό μου που μπορούσε να μιλήσει στη γλώσσα των Χτιστών, βοήθησα καταλυτικά σ’ αυτό που οι μορφωμένοι αποκαλούν νεωτερισμό. Συνάντησα τους Χτίστες στην πύλη εκείνη την ημέρα. Αγνοώντας την αποπνικτική ζέστη, ένας από τους Χτίστες πήρε φωτογραφίες του επιβλητικού βραχώδη σχηματισμού που χρησιμοποιούμε ως ορόσημο και γενικά σαν παρατηρητήριο. Δεν υπήρχε κάτι το ιδιαίτερο στον τυπικό αυτό καρστικό σχηματισμό, εκτός του ότι, σύμφωνα με έναν από τους Χτίστες, υποδείκνυε πως η περιοχή παλαιότερα ήταν στο βυθό του ωκεανού.
Αυτό είναι συναρπαστικό, είπα. Και το εννοούσα. Το έβρισκα αξιοσημείωτο πως κάποιος μπορούσε να συμπεράνει αυτό από ένα βραχώδη σχηματισμό.
Ο αρχηγός τους συστήθηκε πρώτα δίνοντας τον τίτλο του. Δόκτωρ, είπε, αλλά άλλου είδους, όχι δόκτωρ που γιατρεύει. Είχε άσπρα και αφύσικα ίσια δόντια. Φαινόταν ειλικρινής όταν χαμογελούσε. Μου προσέφερε το χέρι του, μία κίνηση που την έβρισκα τρομακτική. Τα χέρια ήταν καθαρά, τα νύχια προσκετικά κομμένα, ενώ εγώ δεν είχα πλύνει τα χέρια μου και υπήρχε βρωμιά κάτω από τα νύχια μου. Δεν τραβήχτηκε όταν έσφιξα το χέρι του. Ή μπορεί και να ήθελε να μην μαζευτεί.
Ξενάγησα τους Χτίστες στο χωριό. Έκαναν “Ω!” στους απολιθωμένους κορμούς δέντρων κοντά στη λίμνη. Έκαναν “Α!” στα εξαίσια στρωματοποιημένα επίπεδα από πέτρα και χώμα τα οποία εξέθετε ο καιρός για χρόνια. Ήταν ωστόσο ολοφάνερο και σε εμένα και στους προύχοντες ότι οι Χτίστες ήταν αναπάντεχα άνετοι, σαν να το γνώριζαν το χωριό. Για παράδειγμα, δεν ξαφνιάστηκαν, ή ούτε καν προσποιήθηκαν τους ξαφνιασμένους, όταν τους οδήγησα στον Λάκκο της Κόλασης - μία φυσική τρύπα στη βραχώδη πρόσβαση του χωριού στον κάτω κόσμο.
Αυτό είναι φυσικό αέριο, είπε ο δόκτωρ που υποστήριζε ότι ήταν του είδους που δεν μπορούσε να γιατρέψει, χωρίς υπαινιγμό συναισθήματος. Στην φλογερή όψη και την ακατάσχετη μυρωδιά σαπίλας, εξήγησε με απάθεια, “Θα πρέπει να υπήρξε ανάφλεξη κάποια στιγμή. Και εφ’ όσον η περιοχή είναι εξαιρετικά πλούσια σε φυσικό αέριο, οι φωτιές ποτέ δεν έσβησαν. Αυτή η απαίσια οσμή που μυρίζετε - αυτό είναι θειάφι.”
“Δεβόνιος σχιστόλιθος εδώ,” αναφώνησε ένας μεσήλικας άντρας που φορούσε γυαλιά. Δεν κατάλαβα έως αρκετά μετά την σημασία της ανακάλυψής του. “Δεν θα πιστέψετε τι βρήκα στις πύλες και μόνο,” ψιθύρισε ένα άλλος. Ήταν κοντά και έτσι τον άκουσα ξεκάθαρα. “Δικινσονία κοστάτα, ακέραιο και διατηρημένο. Θα πρέπει να σκέφτηκαν να το προφυλάξουν από τα στοιχεία της φύσης επειδή πιστεύουν ότι τα σημάδια έχουν είτε θεϊκή είτε μαγική προέλευση. Για να τα προφυλάξουμε από ζημιά, νομίζω ότι πρέπει να τα κολλήσουμε με κόλλα στιγμής επιτόπου και να τυλίξουμε με αφρό τα υπόλοιπα.
Ένας άλλος Χτίστης συσκέφθηκε με τον συνάδελφό του: “Τι λες γι’ αυτό Γκρέγκ; Σου μοιάζει για κάποιο είδος απολιθωμένης φτέρης;”
“Δεν νομίζω. Μου φαίνεται περισσότερο για κλασικός δενδρίτης. Βλέπεις τις ρωγμές κατά μήκος του βράχου; Αλλά πάρε μερικά δείγματα για να το σιγουρέψεις.”
Όλη αυτή την ώρα, θαύμαζα τα καθαρά τους ρούχα, τα προσεκτικά κομμένα νύχια, τα κοντά τους μαλλιά. Όπως και πολλοί στο χωριό μου, έτσι και εγώ ήμουν άνετη με το να είμαι ατημέλητη, χωρίς να με νοιάζει εάν φορούσα ρούχα που δεν μου έκαναν ή εάν είχα χτενιστεί. Κοίταξα τη γυναίκα που κρατούσε ηλεκτρονικό εξοπλισμό και ένιωσα ντροπή. Ένιωσα ενοχή.
Κοιτάζοντας πίσω σ’ αυτή την μοιραία ημέρα, θα εγγυούμουν με την ζωή μου πως ήρθαν ειρηνικά, με τους καλούς τους τρόπους, με την οικειότητα στα έθιμά μας. Θα πρέπει να μας είχαν μελετήσει χωρίς να το γνωρίζουμε. Ήξεραν να μην μας κοιτάνε απ’ ευθείας στα μάτια επειδή θα το παρεξηγούσαμε ως σημάδι επιθετικότητας. Δεν περπατούσαν μπροστά μας επειδή θα το ερμηνεύαμε ως μία μορφή υποτίμησης. Και το γεγονός ότι μελετούσαν τον περίγυρο με επιστημονικό ενδιαφέρον ενώ αποφάσιζαν που να ξεκινήσουν την κατασκευή τους μου έλεγε ότι ενώ σίγουρα ήθελαν κάτι από εμάς, μπορούσαμε και εμείς να πάρουμε κάτι απ’ αυτούς ως αντάλλαγμα - μία καλύτερη κατανόηση του φυσικού μας κόσμου, μέσα από τα εκπαιδευμένα μάτια τους. Νόμιζα ότι αυτό θα μας επωφελούσε. Γι’ αυτό τους έπεισα όλους ότι θα πρέπει να τους αφήσουμε να μείνουν. Θα έπρεπε να τους αφήσουμε να μείνουν ακόμη και εάν μύριζα την αρρώστια να έρχεται από τον ιδρώτα τους. Ω, δεν υπήρχε αμφιβολία - η βρώμα της αρρώστιας των ξένων.
Έβγαλαν τα παράξενά τριποδά τους και με ενημέρωσαν ότι ήταν για να παρατηρήσουν το τριγύρω τοπία. Επίσης κράδαιναν ανιχνευτές μετάλλου που έβγαζαν βουητά. Δύο από αυτούς ξεκίνησαν την διαδικασία τοποθέτησης στο έδαφος αυτών που αναγνώρισα ως υποστυλώματα τιτανίου για φορητές σκηνές.
Έπειτα εξήγησαν τι μπορούσαν να κάνουν για το χωριό.
“Θα χτίσουμε ένα νοσοκομείο και ένα σχολείο,” είπε ο Δόκτωρ. “Και αυτοκινητόδρομους για να φτάνετε στον πολιτισμό. Μπορείτε επίσης να χτίσετε μία τουριστική βάση. Μπορείτε να πουλάτε πράγματα στους τουρίστες, να δίνετε παραστάσεις μαγείας, οτιδήποτε θέλετε. Θα χτίσουμε εργοστάσια, ώστε να μπορείτε να κάνετε πράγματα γρηγορότερα. Έπειτα αντλίες για να τραβάτε το υπόγειο νερό, ώστε να μην εξαρτάστε από το επισφαλές και εκτεθειμένο νερό των πηγαδιών. Μετά συστήματα ύδρευσης. Μετά φράγματα. Μπορούμε επίσης να έχουμε ένα χημικό εργοστάσιο κάπου στην πεδιάδα αναταλικά των φαραγγιών. Το χημικό εργοστάσιο θα είναι η βιτρίνα για χωράφια από λεβάντες. Θα έχουμε ειδικά εκπαιδευμένους χειριστές εργοστασίου να κουμαντάρουν ένα μέρος του έργου.”
Ο δόκτωρ, αυτός που ισχυρίζεται ότι δεν γιατρεύει, συνέχιζε. Είχα πειστεί.
Κοίταξα έξω στα χωράφια και την κοιλάδα που οργώναμε για καλλιέργειες, φαντάστηκα πως θα μαζεύονταν στα χέρια των Χιστών. Τα άγρια θηρία του καλοκαιριού καραδοκούσαν στα δέντρα, τα κέρατά τους ασημένια στο απογευματινό ηλιόφως που χάνονταν. Μακριά, το δάσος δέσποζε. Όλα αυτά σύντομα θα άλλαζαν, σκέφτηκα. Στο μυαλό μου, είδα βροχή πάνω στο σκυρωτό. Είδα τα πέλματα των ανθρώπων μου να μην είναι πλέον ξυπόλυτα και βρόμικα πάνω στο έδαφος. Σύντομα δεν θα υπήρχαν τέτοια πράγματα εκεί έξω.
Εκείνη τη νύχτα, εξήγησα στους προύχοντες του χωριού ότι την στιγμή που θα αφήσουμε τους Χτίστες να μας αγγίξουν, θα ξεκινούσε η διάλυση όλων αυτών που πιστεύουμε, όλων αυτών που είμαστε. Τους εξέθεσα ξεκάθαρα τις συνέπειες. Το ήξερα ότι το καταλάβαιναν χωρίς να χρειάζεται να μπω σε λεπτομέρειες. Μύριζαν την επίμονη αρρώστια των ξένων, έπιασαν μια οσμή της ανάσας των ξένων, έπιασαν μια ματιά των καλλίγραμμων χεριών τους - ο τύπος των χεριών που μπορούσαν και να καταστρέψουν και να δημιουργήσουν.
Αυτό που προκάλεσε έκπληξη ήταν πόσο άγρια διαφώνησαν οι προύχοντες. Μερικοί υποστήριξαν ότι οι Χτίστες έπρεπε να μείνουν για να κάνουν αυτό που ήρθαν να κάνουν. Ίσως, οι προύχοντες σκέφτηκαν ότι ήταν τελείως δική τους δουλειά το αν θα καλωσόριζαν ή όχι τους ξένους. Ή ίσως, ήταν η επιθυμία τους να έχουν ακόμη τον έλεγχο που τους οδηγούσε να συζητούν πράγματα λες και είχαν επιλογή γι’ αυτά. Δεν νομίζω να μπορούσαμε να διώξουμε τους Χτίστες, ακόμη και εάν το θέλαμε.
Έτσι τελικά οι Χτίστες έμειναν. Οι περισσότεροι όροι ήταν δίκαιοι και ξεκάθαροι για εμάς. Αυτό που δεν ειπώθηκε εκείνο το βράδυ ήταν το γεγονός ότι δεν μπορούσαμε να τους κάνουμε να φύγουν, είτε με διπλωματικό τρόπο, είτε αλλιώς.
Την επόμενη ημέρα, μία Χτίστρια είχε ένα ατύχημα ενώ σκαρφάλωνε το μονοπάτι για χέρια και πόδια που ήταν πάνω στο βράχο. Ο μηχανισμός ασφάλειας δεν δούλεψε, και δεν υπήρχε κάτι άλλο να σταματήσει την πτώση της.
Οι Χτίστες πήραν μια μέρα άδεια μετά την τραγωδία. Τους παρακολουθούσα, παριστάνοντας ότι κοιτούσα τα σχέδιά τους και αυτά που αποκαλούσαν τομογραφικές ενδείξεις, παρίστανα ότι καταλάβαινα ότι χρειαζόντουσαν να κάνουν μετρήσεις και να καταγράψουν δεδομένα. Γι’ αυτό για το οποίο ήμουν περίεργος ήταν το πως θρηνούσαν. Έμαθα να πιστεύω ότι μπορείς πραγματικά να καταλάβεις τι δένει μια ομάδα ανθρώπων παρατηρώντας πως θρηνούν τους νεκρούς τους. Και οι Χτίστες - ω, ήταν όμορφοι μέσα στην απόγνωσή τους σ’ αυτή την ξένη περιοχή, μέσα στην κοινή τους λύπη.
Πρόσεξα έναν άντρα να κλαίει σιωπηρά έξω από την κλιματιζόμενη σκηνή όπου οι Χτίστες φύλαγαν τον ηλεκτρονικό τους εξοπλισμό. Μου είπαν ότι ήταν ο αδερφός της νεκρής γυναίκας, και δούλευε ως τεχνικός της ομάδας. Εκ των υστέρων κατάλαβα πως η προκαλούμενη λύπηση μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως όπλο. Αλλά εκείνη τη στιγμή, το να βλέπω τον αδερφό της νεκρής γυναίκας να αγωνιά με την αίσθηση της απώλειας με έκανε να θέλω να βοηθήσω τους Χτίστες στην αποστολή τους. Θυμάμαι κομμάτια της παγκόσμιας ιστορίας όταν μου έκαναν μαθήματα ξένοι πριν πολλά χρόνια. Θυμάμαι την μελαμψή Αικατερίνη των Μεδίκων, πως ακόμη και κατά την διάρκεια των κτηνωδιών που είχε η βασιλεία της, γοήτευε τον λαό της επειδή για κάποιο λόγο την λυπόντουσαν. Φανταζόταν την Βασίλισσα τους να κοιτάει σ’ αυτή την τρύπα στο πάτωμα στην κρεβατοκάμαρα του συζύγου της που την μοιράζονταν με την Νταϊάν Ντε Ποϊτιέ. Φαντάζονταν την Βασίλισά τους μέσα στην απόγνωσή της να πίνει άφθονες ποσότητες ούρων μουλαριού επειδή πίστευε ότι θα την βοηθούσε να συλλάβει έναν διάδοχο του θρόνου. Ναι, η δυνατότητα να υποκινείς οίκτο μπορεί να γίνει επιβλητική με πάρα πολλούς τρόπους.
Την τρίτη ημέρα, οι Χτίστες συνέχισαν την εργασία τους. Και όταν το κάναν, ο Δόκτωρ μας εξήγησε με λεπτομέρεια, με εμένα να κάνω την μετάφραση, την εντυπωσιακή τοποθεσία του χωριού μας. Μας έδειχνε διαφάνειες που προβάλλονταν στον τοίχο της σκοτεινιασμένης σκηνής. Περιέγραψε, ένα προς ένα, όλα όσα γνώριζαν για τον λαό μου, γιατί ήρθαν εδώ, και πως η έρευνά τους εδώ θα μπορούσε να αλλάξει την παλαιοντολογία και την ανθρωπολογία. Μερικοί από τους γηραιότερους εντυπωσιάστηκαν. Μερικοί φοβήθηκαν και τρομοκρατήθηκαν. Μόνο δύο από αυτούς διαμαρτυρήθηκαν βίαια, και όρμησαν και πέταξαν κάτω, μάλλον επικοινωνιακό εξοπλισμό.
Ο Τιάγκο, ένας από τους γηραιότερους που αρνήθηκε σθεναρά να δώσει πρόσβαση στους Χτίστες στο σπίτι του, με κοίταξε και είπε στη γλώσσα μας: “Η σάρκα είναι στεγνή. Η σάρκα είναι ξερή. Η σάρκα είναι πάντοτε ατελής και δεν θέλει να κρύψει τα σημάδια που μαρτυρούν κακοποίηση. Ακολούθησέ με. Υπάρχει περιορισμός στο τι μπορούμε να κουβαλήσουμε. Αυτοί οι Χτίστες δεν ανήκουν εδώ. Οι δοθιήνες θα μεγαλώσουν μέσα από το δέρμα τους. Οι απόγονοί τους θα φέρουν το σημάδι…
Ήταν η κατάρα του Ρίντιγκα, θεού της πανούκλας. Ο λαός μου γνώριζε τι μπορούσε να προκαλέσει όταν έκανε μία πλήρη απαρίθμηση ένας εξοργισμένος γηραιός. Για να τον αποτρέψει από το να τελειώσει, ένας από τους γηραιότερους τον πλησίασε από πίσω και τον έσπρωξε στο πάτωμα. Πήρε όλη νύχτα στους υπόλοιπους γηραιούς να ηρεμήσουν τον Τιάγκο.
Τρεις ημέρες μετά, δύο παιδιά είχαν υποκύψει στην αρρώστια που ανάβλυζε από τους Χτίστες. Απλά ποτέ δεν ξύπνησαν. Είχαν μικρούς δοθιήνες κατά μήκος των χεριών τους. Υπήρχε επίσης μία μυρωδιά που μαρτυρούσε αποσύνθεση στα νεαρά κορμιά τους που είχαν πεθάνει μόνο λίγες ώρες πριν. Ο λαός μου και εγώ πλύναμε και τυλίξαμε τα κορμιά των νεκρών παιδιών μας, προσευχηθήκαμε, και τα μεταφέραμε για να θαφτούν πέρα από την κοιλάδα.
Ήταν μόνο η αρχή. Περίπου δεκαέξι ακόμη άτομα από τον λαό μου αρρώστησαν και πέθαναν. Ο Τιάγκο ήταν ο πρώτος από τους αντιφρονούντες καλόγερους που πέθαναν. Μόνο αυτοί που δεν ήταν εναντίον των Χτιστών ήταν απρόσβλητοι από την αρρώστια. Επιβιώσαμε. Αφομοιωθήκαμε.
Δεν μας πήρε πολύ να σταματήσουμε να φαινόμαστε ατημέλητοι, να φαινόμαστε περιποιημένοι και γυαλισμένοι και καλότροποι. Σιγά σιγά, ο λαός μου έμαθε την γλώσσα των ξένων. Έπειτα θα μαθαίναμε τις τέχνες τους, τις επιστήμες τους, τον τρόπο τους που βλέπουν τον κόσμο. Όταν κοιτούσε ο ένας τον άλλο δεν θεωρούνταν πλέον ένδειξη επιθετικότητας. Και όταν οι Χτίστες περπατούσαν μπροστά από εμάς δεν το θεωρούσαμε πλέον υποτιμητικό.
Ο χρόνος πέρασε, και η κοιλάδα ήταν πλέον μια πολύβουη μητρόπολη. Ένας προθάλαμος, σκεπασμένος από γυάλινο θόλο ο οποίος φιλτράριζε τις υπεριώδη ακτίνες, ήταν το κέντρο διοίκησης των Χτιστών. Πλέον δούλευα μαζί τους, έμμισθη, κάτι σαν απεσταλμένη, επίσημη μεσάζων. Ανταμειβόμουν καλά για να κάνω εύκολες εργασίες.
Στην είσοδο του κέντρου διοίκησης των Χτιστών υπήρχε μία μετάφραση της πρώτης από τις εννέα μας ιερές πέτρες. Οι Χτίστες θα πρέπει να βρήκαν αρκετά σημαντικό το τι έγραφε η πρώτη ιερή πέτρα για το μνημονεύσουν, αυτό που κατέγραφε τις απαρχές μας. Έλεγε:
Βλέπεις πλέον τι έχουμε γίνει; Όταν μας βρήκες αρχικά, ήμασταν μελαμψοί και άχαρα απείραχτοι - τα κέρατά μας και το δέρμα μας φουντωμένα, οι οπλές μας χωρίς γρατσουνιές και ματωμένες από εκατοντάδες διαφορετικές ακίδες, το σιωπηρό ποικίλο σκοτάδι μας καταχωνιασμένο μακριά σα να μην φαίνεται. Αυτό ήταν πριν μια φορτωμένη με σίδερο πέτρα περίπου ένα μίλι σε διάμετρο αποδεκατίσει την περιοχή τροπικού δάσους που αποκαλούσαμε σπίτι.
Η έκρηξη ισοπέδωσε τα δέντρα, τα έκανε ικέτες που αναπαράγονταν καθώς περικύκλωναν το σημείο της έκρηξης, πλέον ένας άφωνος και απρόσωπο κρατήρας-λίμνη που συγκρατεί νερό γεμάτο άλγη. Αυτά που κάποτε ήταν δέντρα, έγιναν καχεκτικές ξύλινες μορφές σκυμμένες προς την κατεύθυνση του κρατήρα, σαν να κατέληξαν να λατρεύουν οτιδήποτε ήταν αυτό που σκότωσε τα περισσότερα από αυτά. Και εάν κοιτάξεις αυτά τα όχι-και-τόσο δέντρα αρκετά κοντά, μπορεί να προσέξεις πως τινάζονται και ζαρώνουν και θροΐζουν τα κλαδιά τους φάντασμα, που φέρουν τα φύλλα τους φάντασμα - όλες αυτές οι ανεπαίσθητες κινήσεις ακόμη και με απουσία ανέμου.
Μερικοί από εμάς πέθαναν. Αυτοί που επιβίωσαν ήταν αυτοί που μπορούσαν να μιμηθούν τους νεκρούς. Αυτοί που άκμασαν ήταν αυτοί που έμοιαζαν με τα άγρια ζώα του καλοκαιριού - οι ασύχαστοι και οι νωθροί, οι ριψοκίνδυνοι και οι εγωιστές, αυτοί που σκληραγώγησαν το τομάρι τους να αντέχει αυξημένα επίπεδα πόνου. Μπήκαν στις πόλεις και αναμίχθηκαν με τους δίποδους, αυτούς που έμαθαν πριν από αρκετό καιρό να σταματήσουν να περπατούν στα τέσσερα, να εποφθαλμιούν όλο και περισσότερο τι έχουν οι άλλοι, να παίρνουν πάντα περισσότερα από αυτά που χρειαζόντουσαν.
Οι εναπομείναντες γηραιοί είχαν τις ανέσεις τους, φυσικά. Αυτό το εξασφάλισαν οι Χτίστες ενώ ισοπέδωναν την κοιλάδα και ασταμάτητα λάξευαν το πρώτο επίπεδο ενός ορυχείου ανοικτού λάκκου στα όρια αυτού που κάποτε ήταν το δάσος που προσέφερε καταφύγιο στα άγρια ζώα του καλοκαιριού. Με μπάτλερ, σεφ και επαγγελματίες υγείας στη διάθεσή τους ανά πάσα στιγμή, οι γηραιότεροι είχαν ο καθένας καλοεπιπλωμένα, κλιματιζόμενα διαμερίσματα στα υψηλότερα κατοικήσιμα τμήματα. Έμεναν σ’ αυτά της δυτικής πλευράς, αυτά που είχαν τα φαρδύτερα μπαλκόνια, και τοίχους φορτωμένους, με μία ιλιγγιώδη κλίμακα από υδροπονικά - λαχανικά - μία προσθήκη που εγώ πρότεινα επειδή ήξερα ότι θα ευχαριστούσε τους ανθρώπους μου.
Τα κάγκελα των μπαλκονιών ήταν επιχρυσωμένα και άστραφταν έντονα κάτω από τον ήλιο. Έκανα μία σημείωση στο μυαλό μου να αντικατασταθούν με τραχύ σίδερο το συντομότερο δυνατό.
Χθες διάβασα πως οι Χτίστες έγραψαν για εμάς στα βιβλία ιστορίας. Τα βιβλία είχαν πολλές εικόνες, συστηματικά εμπλουτισμένες με ετικέτες. Οι διάφορες περιοχές της κοιλάδας πήραν ονόματα όπως Δίκτυο 1, Δίκτυο 2, κ.ο.κ. Έδωσαν ακόμη και καινούργια ονόματα στα μαγικά σύμβολα του λαού μου. Οι Χτίστες τα αποκαλούσαν με ονόματα όπως, αρχαιοκυάθες, τρυπανίτες, εδριοαστερίες και πετροξύστες - όλα στο κεφάλαιο με τίτλο “Απολιθώματα”.